Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Θα φύγω

Βαθειά, σκοτεινά, σε ένα μικρό κελί στα άδυτα της ψυχής της. Ένιωσε τις κρύες πέτρες κάτω από τα πόδια της να ραγίζουν. Όχι, από το βάρος της, ήταν πιο ελαφριά και από πούπουλο, αλλά από το βάρος των αναμνήσεών της, του πόνου και της δύναμης. Την παλάμη της άνοιξε, τη μαδημένη και μαραμένη μαργαρίτα που κρατούσε κοίταξε. "Να φύγω, να μη φύγω" αυτές τις λέξεις σιγομουρμούριζε εδώ και μήνες, αφαιρώντας ένα ένα τα πέταλα της ταλαιπωρημένης μαργαρίτας. Ένα θαμπό κίτρινο πεταλάκι είχε μείνει μόνο στη θέση του, δεν τολμούσε να το αφαιρέσει. Αόρατες λέξεις χαραγμένες πάνω του. Να μη φύγω.
 Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή και το άρωμα των φρέσκων λουλουδιών και η γεύση της λαχταριστής φράουλας έγινε τόσο έντονη, σαν να ήταν μόλις χθες που βρισκόταν έξω από το κελί της. Σήκωσε τα μάτια αποφασιστικά και η θολούρα που τα κυρίευε τόσο καιρό είχε εξαφανιστεί. Τέσσερις τοίχοι. Οι τρεις από πάνω μέχρι κάτω κάγκελα. Ο τέταρτος, ο πιο φριχτός, ο πιο επίπονος, ένας απλός καθρεύτης. Δύο γροθιές άρχισαν να τον χτυπάνε με μανία! Ρυάκια αίματος κυλούσαν από τις ρωγμές, τα θρύψαλλα έκαναν εκοφαντικό θόρυβο. ΘΑ ΦΥΓΩ!
Και η μαργαρίτα, με το θαμπό κίτρινο πέταλό της και βουτηγμένη στα αίματα, φάνταζε ασήμαντη στην πορεία της ζωής, εκείνη που κάποτε ήταν ο πυρήνας.