Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

4/1/15

Γιατί στην τελική τι είμαστε; Μικρά πλάσματα σε έναν τεράστιο κόσμο, τοποθετούμε τον εαυτό μας στο κέντρο, γιατί πρέπει να ζήσουμε. Παίρνουμε αποφάσεις για τη συνέχεια, ονειρευόμαστε το αύριο.
Τι άμα φοβάσαι; Δεν ανοίγεσαι, κανείς δεν είναι ικανός να σου εμπνεύσει την εμπιστοσύνη, πορεύεσαι μόνος σου και ελπίζεις, ΕΛΠΙΖΕΙΣ, ότι όλα θα πάνε καλά. Ναι η ζωή είναι δύσκολη και πρέπει να πολεμήσεις.
Αλλά πολεμάς μόνος και αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο.
Μοιράζεσαι τη ζωή με φίλους και οικογένεια, αλλά όχι τον κόσμο σου.
Φοβάσαι, φοβάσαι, ΦΟΒΑΣΑΙ.
Και το βράδυ αγκαλιάζεις σφιχτά τον εαυτό σου, όταν τα φώτα είναι κλειστά και ο αργός ρυθμός ενός τραγουδιού σε λυγίζει. Και κλαις στην ίδια σου την αγκαλιά.
Τι είδους αρρώστια είναι αυτό;

4/1/15

Η κασέτα

Δυνάμωσα τον ήχο στη μουσική του αυτοκινήτου μου. Τόσο, που οι γύρω οδηγοί έκλεισαν τα αυτιά τους και τα δικά μου τύμπανα ήταν έτοιμα να σπάσουν. Τραγούδαγα μέχρι που ένιωσα σαν τα πέταλα ενός τριαντάφυλλου που μόλις ξεμύτισε στον ήλιο, δυνατή και έτοιμη για ζωή. Αλλά καθώς τραγούδαγα στίχους βροχή από αισθήματα, επιθυμίες και όνειρα, ο λαιμός με έγδερνε, μάτωσα σε όλο μου το σώμα. Κραυγές που δεν γνώρισαν τη ζεστασιά ενός αγγίγγματος έβγαιναν από μέσα μου και ασυνείδητα πάταγα την κόρνα, σαν να έφταιγε εκείνη για τον χαμό των συναισθημάτων μου. 
Την χτύπαγα ξανά και ξανά. Ματωμένη. Απελπισμένη. 
Και τότε όλα ησύχασαν. Η μουσική σταμάτησε και εγώ ούτε ένα τριαντάφυλλο, ούτε μία χαμένη ψυχή πλέον, έβγαλα την κασέτα από το ραδιόφωνο. 
Εκείνη τη χαλασμένη, με ξεθωριασμένη ετικέτα κασέτα που έπαιζε σε replay από τότε... τότε... από πότε άραγε;