Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Ένα ποίημα

Άνοιξες εκείνο το βιβλίο στο ράφι,
αραχνιασμένο, κιτρινισμένο, σκονισμένο
αναμνήσεις κρυμμένες στο ξύλο
πρόθυμες δάκρυα στα μάτια να φέρουν.

Τι και αν έχεις διαβάσει τη βιβλιοθήκη;
Όλες οι λέξεις από το ζεστό σου 
άγγιγμα έχουν περάσει.
Τι με αυτό; Δεν υπάρχουν αισθήματα
που δεν έχεις γνωρίσει.

Αλλά τι έχεις νιώσει;
Τι με περηφάνεια λες το έκανα δικό μου;
Μόνο ζουμερά κεράσια που ποτέ χείλη σου
δεν άγγιξαν.
Ούτε αυτά δικά σου είναι.

Βγες στο δρόμο, ας ματώσουν τα πόδια σου
απ' το ταξίδι.
Εκεί θα γνωρίσεις τι αξίζει
να είσαι γενναίος!
Πολλά μέσα σου θα καταρεύσουν, ταξιδιώτη

Ή μείνε στη βιβλιοθήκη σου,
τα ράφια, το τραπέζι δε θα σε κρίνουν
Γίνε φάντασμα της ψυχής, σκλάβος του ανεκπλήρωτου.
Αναρωτήσου αναρωτήσου καθώς διαβάζεις, φάντασμα,
οι μαργαρίτες είναι όπως τις θυμάσαι;

Δρόμοι, δρόμοι, δρόμοι!

Ήταν τρομακτικό. Τρομακτικό όταν κατάλαβα πως ο δρόμος πάει μόνο μπροστά. Δεν στέκεσαι στάσιμος, αλλά συνεχώς προχωράς, σε έναν δρόμο που πραγματικά δεν θα κάτσω να αναλύσω τώρα. Κάποιος κουνάει μία κόκκινη μπέρτα στο τέλος και έτσι έχεις κίνητρο. Το κίνητρο του ταυρομάχου. Πιάσε- ξεγέλασε-σκότωσε-κάνε θέαμα. Δεν αφήνεις πατημασιές, γιατί άλλωστε; Η λύρα έπαιξε τα τραγούδια της, ο βάρδος τελείωσε τον σκοπό του, τα αστέρια σιώπησαν στην επιβλητική παρουσία του ήλιου. Κανείς δε σε ακολουθεί για να αναγνωρίσει τις πατημασιές σου, να πατήσει στα βήματά σου και να πει ''ναι, το έκανα και εγώ αυτό!'' Είσαι μόνος σε έναν φαινομενικά προκαθορισμένο χαραγμένο δρόμο και απλώς τον περπατάς. Πάρε ένα σφυρί, ένα φτυάρι, ένα δυναμίτη, δεν έχει σημασία και κάνε επιτέλους αυτό που θες! Φτιάξε τον δικό σου δρόμο και μην αφήσεις σπιθαμή που να μην περπατήσεις. Τέλος. Πάω να βάλω ένα πλακάκι στη θέση του.